Ψυχο-λόγιο

Η προβληματική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια

Τα τυχερά παιχνίδια αποτελούν μία προσφιλή μορφή διασκέδασης, στην οποία κατά καιρούς έχουν επιδοθεί οι περισσότεροι ενήλικες. Στις σύγχρονες κοινωνίες οι άνθρωποι συχνά παίζουν χαρτιά με τους οικείους τους ποντάροντας χρήματα, παίζουν λόττο, αγοράζουν λαχεία ή λαχνούς, ποντάρουν στις ιπποδρομίες, στοιχηματίζουν παράνομα, ή επισκέπτονται καζίνο.

Όλες αυτές οι δραστηριότητες θεωρούνται είδη διασκέδασης και αποτελούν κοινωνικά αποδεκτές μορφές απασχόλησης κατά τον ελεύθερο χρόνο. Η συμμετοχή της παρέας, η πιθανότητα κέρδους και ο θορυβώδης γεμάτος φώτα χώρος συντελούν ώστε η εμπειρία να είναι γοητευτική και συναρπαστική. Οι άνθρωποι παίζουν επίσης τυχερά παιχνίδια γιατί ονειρεύονται τεράστια κέρδη και αλλαγές στη ζωή τους: κερδίζοντας το τζακπότ μπορεί κανείς να αποπληρώσει ένα δάνειο, να πάει διακοπές στο εξωτερικό ή να αγοράσει καινούργιο αυτοκίνητο. Οι περισσότεροι ωστόσο είναι ρεαλιστές: ελπίζουν να κερδίσουν, αλλά στην πραγματικότητα θεωρούν ότι το αναμενόμενο είναι να χάσουν, οπότε ποντάρουν μόνο όσα χρήματα έχουν περιθώριο να χάσουν. Παρόλο που ο παίκτης έχει το αίσθημα της απογοήτευσης όταν χάνει, το γεγονός αυτό δεν απασχολεί ούτε τον ίδιο ούτε τα μέλη της οικογένειάς του.

Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της προβληματικής ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια;

Οι περισσότεροι παίζουν τυχερά παιχνίδια ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, ενώ για ορισμένους ο τζόγος είναι ένα ασίγαστο πάθος που κυριαρχεί στη ζωή τους. Το επόμενο παιχνίδι μετατρέπεται σε έμμονη ιδέα και τους καταλαμβάνει η ανησυχία της εξασφάλισης χρημάτων για να συνεχίσουν να παίζουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο παίκτης αρχίζει να αποσύρεται, να αισθάνεται δυσθυμία και να ανησυχεί διαρκώς για την αποπλήρωση και την απόκρυψη των χρεών του και την εξασφάλιση πόρων για την καθημερινή διαβίωση.

Ο καταναγκασμός είναι τόσο αφοπλιστικός ώστε φαίνεται να μην υπόκειται σε κανενός είδους έλεγχο. Μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά ή μετά από επαφή με συγκεκριμένα ερεθίσματα, όταν, για παράδειγμα, διαβάσει στην εφημερίδα τα αποτελέσματα των ιπποδρομιών ή του λόττο. Όταν οι σκέψεις των τυχερών παιχνιδιών και του τζόγου κυριεύσουν το νου του ατόμου, τότε σύντομα επικεντρώνεται αποκλειστικά στην εύρεση τρόπων για την ικανοποίηση της ανάγκης του όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όταν αρχίζει να παίζει, κατακλύζεται από έντονη παρόρμηση και δυσκολεύεται να σταματήσει, ακόμα και αν είναι απαραίτητο να επιστρέψει στο σπίτι ή την εργασία του. Όσο μεγαλύτερα είναι τα χρέη του, και επομένως η ανάγκη του για άμεσο κέρδος, τόσο εντονότερος είναι και ο καταναγκασμός του να συνεχίζει να παίζει.

Όσοι παίζουν τυχερά παιχνίδια με καταναγκαστικό τρόπο και σε υπερβολικό βαθμό εκδηλώνουν συνήθως διάφορα αισθήματα.

Πριν από το παιχνίδι:

  • Απορρόφηση από το παιχνίδι σε τέτοιο σημείο ώστε τίποτα άλλο να μην είναι σημαντικό. Το αίσθημα «αδημονίας» είναι διάχυτο.
  • Φόβος μήπως χάσουν κάποια ευκαιρία να κερδίσουν. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για κάποιον που στεναχωριέται επειδή κληρώθηκαν τα τυχερά του νούμερα αλλά εκείνος είχε ξεχάσει να παίξει;
  • Παράλογη βεβαιότητα και φαντασιώσεις ότι θα κερδίσουν.
  • Διέγερση εξαιτίας της ανυπομονησίας να αγοράσουν το «μαγικό χαρτάκι» που θα τους φέρει μεγάλα κέρδη. Όνειρα για το πώς θα το ξοδέψουν.
  • Δυσφορία, θυμός και κλιμακούμενη ένταση αν κάτι τους εμποδίσει να παίξουν.

Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού:

  • Απόλυτη αφοσίωση στο παιχνίδι –τίποτα άλλο δεν μπορεί να τους αποσπάσει.
  • Ενθουσιασμός και σωματική διέγερση που εκδηλώνεται με ταχυκαρδία.
  • Παράλογος εσωτερικός μονόλογος: «Την επόμενη φορά θα κερδίσω, το περιμένω» ή «Σύντομα θα έρθει η σειρά μου να κερδίσω πολλά, είμαι σίγουρος».
  • Εμφάνιση προληπτικής συμπεριφοράς προκειμένου να αυξήσουν την πιθανότητα να κερδίσουν.

Όταν κερδίσουν:

  • Ανακούφιση και ανυπομονησία για το επόμενο παιχνίδι.
  • Εμπιστοσύνη στον εαυτό τους («Το ήξερα ότι θα τα καταφέρω») και βεβαιότητα ότι το κέρδος ήταν αποτέλεσμα της ικανότητάς τους.
  • Χαρούμενη διάθεση.
  • Διογκωμένος ενθουσιασμός, αφού «τα πήραν όλα και έφυγαν».
  • Αυτοϊκανοποίηση επειδή έχουν χρήματα και μπορούν να εντυπωσιάσουν το/τη σύντροφο ή το/τη σύζυγό τους.

Όταν χάσουν:

  • Ενοχές και τύψεις.
  • Φόβος ότι ο/η σύζυγός ή κάποιος άλλος θα τους ανακαλύψει.
  • Ανησυχία για τον τρόπο εξασφάλισης χρημάτων ώστε να καλύψουν τα καθημερινά τους έξοδα.
  • Σκέψεις για τα ψέματα που θα πουν προκειμένου να αποκρύψουν τις πράξεις τους.
  • Θυμός που στρέφεται προς τον εαυτό τους.
  • Απόφαση να μην παίξουν ποτέ ξανά –παράλληλα, σκέφτονται πώς θα βρουν χρήματα για να ξαναπαίξουν και να πάρουν πίσω όσα έχασαν.
  • Κατανάλωση αλκοόλ για να ξεχάσουν τα προβλήματα.

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η προβληματική αυτή συμπεριφορά θεραπεύεται και ότι πολλοί άνθρωποι είναι σε θέση να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους ακολουθώντας κάποια θεραπευτική παρέμβαση. Όσο απελπιστική και αν φαίνεται η κατάσταση σε μία δεδομένη στιγμή, με τα κατάλληλα βήματα μπορεί να επανακτηθεί ο έλεγχος της συμπεριφοράς. Η γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με τεχνικές πρόληψης των υποτροπών αποδεικνύονται μία εξαιρετικά αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Espa